Search This Blog

Wednesday, February 1, 2017

QUA NON VENIS, TU, DOMINE!



QUA NON VENIS, TU, DOMINE!
ΜΙΑ ΚΑΙΝΟΥΡΓΙΑ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΣΤΛΛΟΓΗ ΤΟΥ ΧΡ. ΖΙΑΤΑ


     Qua non venis, tu, Domine!  είναι ο τίτλος μιας καινούργιας, εξήντα οχτώ σελίδων, ποιητικής συλλογής, της δέκατης  πέμπτης, κατά σειρά,  του Χρ. Ζιάτα. Σε μια πρώτη ανάγνωση, θα μπορούσε να πει κανείς, κυρίως,  όποιος  δεν έτυχε να διαβάσει ή έστω να  ξεφύλλισε τις  13  Ελεγείες   μπουφ,   ότι   πρόκειται περί ενός ολωσδιόλου  διαφορετικού Ζιάτα, περί ενός διαμετρικά διαφορετικού βιβλίου του, σε σύγκριση μ’ όλα τα προηγούμενα γραφτά του.  O διεισδυτικός αναγνώστης, ωστόσο, στην παρούσα συλλογή, δίχως την παραμικρότερη έκπληξη, θα συναντήσει   πολλές κοινές συνιστώσες οι οποίες υπόκωφα ή έκδηλα, σημαδεύουν, κατά διαστήματα, πολλές υφές ή και δομές   του προηγούμενου συγγραφικού έργου του ποιητή της υπερορίας.  Όπως και στα προηγούμενα βιβλία του, υπάρχει κι εδώ ένα ανένδοτο πολιτικό κατηγορώ του σήμερα, κατηγορώ το οποίο αναδύεται σαν ηφαίστεια λάβα από τα κατάβαθα του πόνου των αμελημένων και
περιθωριοποιημένων των ημερών μας.       
      Εάν στην προτελευταία του ποιητική συλλογή,  Ιώβειοι  Ψαλμοί, ο τίτλος της, ο ποιητής επικαλείται, εκ
βαθέων,  μια κάποια άνωθεν δύναμη, να έρθει,  να βάλει τέλος στην επίγεια γέενα, εδώ η επίκληση γίνεται προς  τον ηγεμόνα της Βλαχίας,  Βλαντ Δ΄, τον ονομαζόμενο Παλουκωτή, και γνωστό σήμερα ως Δράκουλα, περίφημο στην Ιστορία των Ρουμάνων για την τιμιότητα, αυστηρότητα και την δικαιοσύνη του, να έρθει να βάλει  τέλος σε κάθε λογής ληστρικού κατεστημένου  και να καθίσει κάθε υψηλά ιστάμενο κατεργάρη στον πάγκο του.   
     Μια φωνή έξαψης, ένα ουρλιαχτό λύκου στο φεγγάρι του λαβωμένου από απόγνωση και απελπισία  ποιητή. Τα  είκοσι ένα ποιήματα της συλλογής, θα συμπλήρωνα, συνιστούν και μια σφοδρή φωνή αγανάκτησης και διαμαρτυρίας, συνάμα, της ανθρώπινης ύπαρξης,  η οποία ενδόμυχα εξεγείρεται, αλλά στην πράξη, αδυνατεί να αποτρέψει την καταρρακτώδη κατάρρευση κάθε εθνικής, κοινωνικής, πνευματικής, ηθικής, ιστορικής, ή και ζωικής,  με κόπους αποκτημένης, αξίας. Μια απελπισμένη προσπάθεια αντίστασης, ενάντια στην  ανεξέλεγκτη  βούληση επικυριαρχίας των κρατόντων τα ινία των ημερών μας, οι οποίοι στα κρυφά ή στα φανερά, με αλλεπάλληλες  πρωτεϊκές επινοήσεις, δεν παύουν να μάς επιβάλουν, ως απαράβατο, κοινωνικό, φυσικό ή άνωθεν διακηρυγμένο νόμο, κάθε λογής τους όρεξη,  στραγγαλίζοντας, ταυτόχρονα, πάσα αυτοβουλία, αξίωσή,  επιδίωξη ή και ιδεώδες  των αέναα  μοιραίων, αμελημένων,  και άβουλων «απολιόρκητων σκλαβωμένων». 
     Ο στίχος του άγαρμπος, άκομψος, δυσαρμονικός, τραχύς,   αφτιασίδωτος,  σαρκαστικός, κοφτερός, χωλός κατά διαστήματα, ταυτόχρονα, ευθύς, λιτός, σφριγηλός, σπαθάτος, ακμαίος, εκρηκτικός, χειμαρρώδης, δυναμικός και σφύζων από οργή και αγωνία, μάχεται,  από τις οδοντωτές του επάλξεις, τη μια αποσταμένος, την άλλη αεικίνητος, να υπερασπιστεί  ένα  μεταξύ διασταυρωμένων πυρών,  αύριο.  
     Ένας ακόμα λόγος τα θλιμμένα απομεινάρια αντίμαχων της κατονομαζόμενης, κατά τη συγκεχυμένη  και προκρούστεια  επιπλέον  κρίση τους,  στρατευμένης ποίησης,  να σπεύσουν βγάζοντας φούσκες από το στόμα τους, να ονομάσουν τον συγγραφέα αργοπορημένο, σε γάιδαρο καβάλα ασπιδοφόρο του σοσιαλιστικού ρεαλισμού και να  κατατάξουν τα ποιήματά του στην κατηγορία των άξιων  για τον κάδο των απορριμμάτων αξιών. «Εμπρός, λοιπόν» τους απαντά: «ριχτείτε σταυροφορίες επάνω μου. Δε με τρομάζετε. Είμαι ο τελευταίος άοπλος, μη ριψάσπιδας μαχητής, εναντίον κάθε βούλησης επικυριαρχίας»! 
      Σε όσους, από την απέναντι μεριά των χαρακωμάτων,  χρόνια τώρα, ανήμποροι να κατανοήσουν το στίχο του,  δεν χάνουν την ευκαιρία να κατατάσσουν τον συγγραφέα  στην κατηγορία των  απαισιόδοξων λογοτεχνών, σφυροκοπώντας τους, τούς λέει, πως «κάθε άλλο παρά απαισιόδοξος ή ηττοπαθής είναι ο άνθρωπος που αντικρίζει  με ολάνοιχτο και άγρυπνο μάτι τη σκληρή, ταυτόχρονα, και  ακαταμάχητη  πραγματικότητα,  αλλά δεν καταθέτει τα όπλα και δεν παύει να συγκρούεται, στήθος με στήθος,  ανένδοτα, μαζί της».   
     Στους που φοράνε γυαλιά τα μάτια της νυχτερίδας και ντυμένοι πανοπλία την ανωνυμία τους, γίνονται δυο κάτια, ψάχνοντας με το μικροσκόπιο ελληνικούρες στα γραφτά του,  δε διστάζει, δανειζόμενος τη φωνή κάποιου προκατόχου του,  να τους κράξει κατάμουτρα : «Ω, κριτικοί άξιοι για τη φασκιά, εφταμηνίτικοι ποιητές, ο αετός δεν ταράζεται όσες κι αν πέσουν πάνω του κουστωδίες μαυροκοράκων με νύχια γαμψά»!  
      Τους  συλλέκτες, αλλά μη αναγνώστες βιβλίων, των οποίων μοναδική φροντίδα και σκοπός  είναι η προσθήκη ενός  ακόμα «εγκολπίου» στην πραγματικά πανέμορφη βιβλιοθήκη τους, συμπαθητικά τούς ρωτά, ποιο το νόημα να κάνουν τον κόπο να προσθέσουν δίπλα στα άλλα τους, πολυτελείας μάλλον  βιβλία, πανόδετα  ή και δερματόδετα,  πολλά από αυτά, ένα βιβλίο  λαϊκής, ή μαλλιαρής, θα έλεγα έκδοσης, καρφιτσωμένο επιπροσθέτως, όταν υπάρχουν τόσα και τόσα  διακοσμητικά στολίδια ολόγυρά τους.   
    Στις με λεπτά γούστα κυρίες, φιλικότατα  τους λέει: “Η παροικία μας βρίθει κάθε λογής εκδηλώσεων, όπου μπορείτε να επιδείξετε όλα τα κάλλη σας και  να απολαύσετε ό,τι ποθεί η καρδούλα σας,  ποιος ο λόγος να ασχοληθείτε με ένα βιβλίο ξένο ολωσδιόλου προς τις καλαισθησίες σας»; 
     Θα βρεθούνε, και αρκετοί μάλιστα, που δε θα διστάσουν να  ονομάσουν τον ποιητή, αναρχικό. Άλλοι διεκδικώντας τον   φιλικότατα, άλλοι, για να φανούν πιστά σκυλιά κάποιων δανειζόμενων αφεντικών, αποκηρύσσοντάς τον και στολίζοντάς τον με κακόφημες  τσαλακωμένες, παλιών καιρών, παρονομασίες. Στους πρώτους, σεβόμενος ειλικρινέστερα την επιθυμία τους, τούς απλώνει φιλικά το χέρι και τους λέει: “Ασφαλώς και ανήκω σε όλους όσους με βρίσκουν δικό τους. Ας ευχηθούμε, όλοι μας, ο λόγος μου να βρει γόνιμο έδαφος”.  Στους δεύτερους, στερούμενος του δικού τους νομίσματος, τούς  λέει: “Στο πρόσωπο,  κείνου που τολμά να πει την αποκαλυπτική αλήθεια, κανενός είδος λάσπη  δεν πιάνει. Του κάκου πασχίζεται, δεν δύναται  να του το αμαυρώσετε ”.        
     Τέλος αποτεινόμενος στον πραγματικό φίλο  αναγνώστη και φίλη αναγνώστρια του βιβλίου, τους λέει: «Φίλε αναγνώστη, και φίλη αναγνώστρια, χαίρομαι που  μπορώ να μιλήσω, ορθά –κοφτά, μαζί σας: Αξίζει τον κόπο. Μη διστάζετε να βάλετε το χέρι στην τσέπη σας.  Εσείς γνωρίζετε τον καημό μου. Σημαντικός, ασφαλώς, αλλά όχι και  πρώτιστος λόγος, η εξεύρεση των αναγκαίων για την έκδοση ενός βιβλίου. Κείνο που υπερέχει όλων των άλλων είναι η ηθική ενθάρρυνση του συγγραφέα.  Το δημιουργό δεν τον σκιάζει η ανυπαρξία ή μη ενός Μαικήνα. Τον ανησυχεί και τον εξοργίζει, θα πρόσθετα, η ανυπαρξία αναγνωστικού κοινού. Το άκρον άωτον της κωμικής, συνάμα  και τραγικής υπόστασης  του ποιητή, ίσταται  στο παραλογισμό, ότι είναι ευκολότερο, στον στενό ή και κάπως ευρύτερο κόσμο μας, να βρεις έναν, έστω και εντός εισαγωγικών  “Μαικήνα”, παρά να ψάχνεις με το φανάρι και να μην μπορείς να συναντήσεις,  πέρα απ’ τους πέντε φίλους σου,  τρεις τουλάχιστον, άλλους, πραγματικούς αναγνώστες. Και κακή του τύχη, συχνά –πυκνά ξεφυτρώνει ένας σαν από μηχανής Μάστορας της Απάτης και αυτοστιγμεί, άμπρα κατάμπρα,  χώνει τα χέρια στις τσέπες τού φουκαρά, και τον λεηλατεί μέχρι και από την τελευταία του δεκάρα.  Και κλάψτε τον  φίλοι, να  τον κλάψουμε, όταν σε μια πολιτεία όπου, βάσει γραπτών στοιχείων, ο αριθμός των “λογοτεχνών” είναι δεκαπλάσιος κείνων των αναγνωστών, και μεταξύ τούτων των τόσων  εκλεκτών των μουσών, ω, βαστάτε με, συνοδοιπόροι, μην πέσω, υπάρχουν και οι από τους αφρούς της Νεκρής Θάλασσας και τους άμμους της Σαχάρας αναδυόμενοι εκλεκτοί, και  ελέω γραφόντων, εν Ιορδάνη βαπτισμένοι 
“ποιητές”, πώς να μη πει ο δύστυχος,
  “ω, καμαρώσετε  τούς αναδεκτούς σας, γενναιόδωροι   νοννοί , δείτε τους, αυτάρεσκοι, την καλή μοίρα να  ‘χουν,  πως στυλώνουν το τριών χιλιοστών ψηλότερο από του  Τομ του Δαχτυλάκη, ανάστημά τους, και δεν παύουν να κοκορεύονται, ολημερίς κακαρίζοντας σαν τη φωνακλού  κότα του Παπαντωνίου,  “θέση” φωνάζοντας “θέση, θα  κάνω αυγό,”… Ναι, υψώστε τους μέχρι τον έβδομο ουρανό, άξιο το τίμημά τους,   άξια η κρίση σας. Ω, τους θαυμάζω, μα την κρίση σας…  Αφού δε δημοσίευσαν, αλλά και μήτε γράψανε ποτέ τους ένα στίχο,  πείτε μου, ω, υψηλά ιστάμενοι, κάθε λογής τίτλους χαρισάμενοι κριτές, , πώς να μη νιώθει ξωμερίτης μεταξύ αυτών,   ο πού έγραψε με το αίμα της ψυχής τούς στίχους του, και τον αμέλησαν, λόγω άλλων φορτικών, ασφαλώς, ασχολιών, και οι δύο τελευταίοι αναγνώστες, και να μη αρπάζεται  με τα χέρια από τα μαλλιά  και να αναφωνεί: “O, tempora, o, mores”, κάτι, ω συμφορά μου, κάτι είναι σάπιο στην χώρα… Όχι,  όχι  στη χώρα της Δανίας… Ναι, κάτι είναι σάπιο στην πολιτεία…  Αλήθεια σε ποια πολιτεία;… ω, παθαίνω γλωσσοδέτη, συμπαθάτε με, φίλοι… Πού, αλήθεια πού να βρω αποκούμπι στον ασφυκτικό τούτο κλοιό;…  Ω κάτοικοι της χώρας των Houyhnhnms, δεχτείτε με, αν όχι ως συμπολίτη σας, ως  ικέτη, συγκάτοικο αναμεταξύ σας”.       
    Φίλε αναγνώστη,  δείξε τον αληθινό εαυτό σου. Δείξου ηθικός συμπαραστάτης της παρούσας έκδοσης.»
   Δέκα δολάρια, ως ηθική βοήθεια, το αντίτυπο. Δε χορηγούνται χειρόγραφες αφιερώσεις.   Αριθμός αντιτύπων περιορισμένος.
   Απευθυνθείτε στα αγγλικά. Τηλέφωνο:      416  267 0800 

2 comments:

Anonymous said...

Και ο Γ.Παπαχρηστος ειναι ακομα ο σπονσορ του Ζιατα????

Anonymous said...

Κι’ εσένα τι σε …κόφτει ρε γίγαντα; Σκέψου πόσο σοβαρός μπορεί να είσαι αφού σε τόσες σελίδες κείμενο αυτό που βρήκες να ρωτήσεις είναι ο σπόνσορας…….Κατάντια.