Search This Blog

Saturday, November 8, 2014

Νίκος Λιοδάκης:

Η ασκούμενη οικονομική πολιτική οδηγεί μαθηματικά σε νέο δανεισμό



Μιλάει στην ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΝΩΜΗ ο κ. Νίκος Λιοδάκης αναπληρωτής καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Wilfrid Laurier, στο Γουώτερλου του Καναδά, όπου έχει διατελέσει Διευθυντής του Μεταπτυχιακού Προγράμματος Κοινωνιολογίας.

Συνέντευξη στον Αποστόλη Ζώη.


-Η οικονομική κρίση στη χώρα μας αυξάνεται πλήττοντας τις αδύναμες κοινωνικές ομάδες. Τόσο άγριος είναι ο καπιταλισμός απέναντι σε αυτές τις ομάδες; Ή το πρόβλημα της Ελλάδος είναι ξεχωριστό; Αλήθεια τί πρέπει να γίνει;

Η οντότητα του καπιταλισμού, ως τρόπος παραγωγής και σύστημα διανομής του κοινωνικά παραγόμενου πλούτου, είναι άγρια. Στην Ελλάδα δε, είναι και στρεβλός. Στην χώρα μας συντελείται εδώ και μια δεκαετία ένα διαρκές οικονομικό και κοινωνικό έγκλημα. H οικονομική κρίση είναι πλέον βαθιά, και σπρώχνει καθημερινά πολλούς συμπολίτες μας στην ανεργία, την
φτώχεια και την απελπισία. Οι πολιτικές που εφαρμόζονται σήμερα είναι εντελώς λανθασμένες. Δεν είναι όμως οι μόνες διαθέσιμες. Υπάρχουν άλλες λύσεις. Για παράδειγμα, ο Καναδάς, η Αυστραλία, ακόμα κι οι ΗΠΑ -η μητρόπολη του καπιταλισμού- εφαρμόζουν κεϋνσιανές πολιτικές κι έχουν καταφέρει να αμβλύνουν την κρίση. Δυστυχώς, η Ελλάδα αποτελεί παράδειγμα προς αποφυγή. Αντί να εφαρμόσει αντίστοιχες πολιτικές που μετριάζουν τις αρνητικές της επιπτώσεις, εμμένει στο αδιέξοδο μονοπάτι της εξουθενωτικής πια λιτότητας, επιτεινοντάς την. Αυτό είναι οικονομικά παράλογο, κοινωνικά καταστροφικό κι άδικο. Μακροπρόθεσμα δε, ίσως αποδειχτεί και άκρως επικίνδυνο για τα γεωστρατηγικά μας συμφέροντα.

Το οικονομικό πρόβλημα της Ελλάδας είναι σίγουρα ξεχωριστό. Έχει τις ιστορικές ιδιαιτερότητες του, αλλά είναι ταυτόχρονα και Ευρωπαϊκό και παγκόσμιο. Άρα, οι λύσεις θα πρέπει ν’ αναζητηθούν και μέσα στην Ευρώπη και παγκόσμια. Στο ανταγωνιστικό περιβάλλον της παγκοσμοιοποίησης, ενός παρασιτικού ολοκληρωτικού χρηματοπιστωτικού καπιταλισμού, οι ασθενέστερες χώρες και κοινωνικές ομάδες είναι περισσότερο ευάλωτες στις συνέπειές του. Κράτη όπως η Ελλάδα, αλλά και άλλες περιφερειακές χώρες στην Ευρώπη και τον υπόλοιπο πλανήτη, φαίνονται ανήμπορες ν’ αντισταθούν στην λαίλαπα της εμπορευματοποίησης και του κέρδους ή ν’ αναχαιτίσουν την δραστική αύξηση των κοινωνικών ανισοτήτων που οδηγεί και στην απαξίωσης της δημοκρατίας.

Παράλληλα, εξελίσσεται ένας ιδεολογικός πόλεμος εναντίον των καθημαγμένων. Είναι πλέον προφανής η τρομοκρατία που ασκούν στον απλό κόσμο τα ΜΜΕ και τα μεγάλα συμφέροντα που εκπροσωπούν. Έτσι δυσχεραίνουν ή απαγορεύουν πλήρως τον διάλογο, την διάδοση και την αξιολόγηση εναλλακτικών πολιτικών και οικονομικών προσεγγίσεων ή προτάσεων. Το σημαντικότερο είναι ότι υπονομεύουν με παντίους τρόπους την απαιτούμενη κοινωνική δράση για την αλλαγή της κατάστασης υπέρ των πολλών.

Πρώτα λοιπόν, εμείς, ως πολίτες, πρέπει ν’ αντιδράσουμε δυναμικά στην σημερινή κατάσταση. Δεν θ’ αλλάξει τίποτα αν συνεχίσουμε να τούς ανεχόμαστε και να επιτρέπουμε ν’ αναπαράγονται οι υφιστάμενες οικονομικές, πολιτικές και κοινωνικές συνθήκες, τόσο στην χώρα μας, όσο και διεθνώς. Δεύτερον, η Ελληνική Κυβέρνηση πρέπει να «πιεστεί» κοινωνικά και πολιτικά ώστε να θέσει άλλους στόχους και να επιλέξει άλλες προτεραιότητες, αλλάζοντας άμμεσα οικονομική πολιτική. Αυτό άλλωστε θα της έδινε κι ένα ισχυρότατο όπλο στην κατ’ επίφαση «διαπραγμάτευση» με τους εταίρους μας. Τρίτον, έχει καθήκον να προτάξει το συμφέρον των πολλών πάνω από τα συμφέροντα της Τρόϊκας και των χρηματοπιστωτικών συμφερόντων του κύκλου της Φρανκφούρτης που τόσο απροκάλυπτα πλέον προστατεύει. Πρέπει να δράσει για να προστατέψει τις ευπαθείς ομάδες και να βοηθήσει στην επανεκκίνηση της οικονομίας μέσω της αύξησης της ενεργούς ζήτησης. Τέταρτον, μόνο με πολιτικές και οικονομικές συμμαχίες μεταξύ των πληττώμενων κρατών της Ευρώπης και των αναδυόμενων οικονομιών, με την άμεση συμμετοχή και στήριξη της κοινωνιών, μπορούν να επιτευχθούν οι στόχοι της ανάπτυξης και της κοινωνικής συνοχής στην Ελλάδα, την Ευρώπη, και τον υπόλοιπο κόσμο. Τέλος, λοιπόν, χρειαζόμαστε άμεσα ένα σοβαρό Ευρωπαϊκό επεκτατικό οικονομικό πρόγραμμα και τη μεταφορά πλεονασμάτων από τον Ευρωπαϊκό Βορά για επενδύσεις στο Νότο.

- Στην εκδήλωση του Αθηναϊκού Ιστιτούτου, στις 17 Ιουνίου 2014, αναφέρατε ότι, σύμφωνα με τον G?sta Esping-Andersen, τα συστήματα κοινωνικού κράτους είναι τριών ειδών. Μπορείτε να προχωρήσετε σε μια αναλυτική προσέγγιση αυτής της άποψης;

Δεν υπάρχει τέλειο ή «καθαρό» σύστημα κοινωνικού κράτους (ΚΚ). Όλα είναι συνήθως μεικτά, συνδυάζουν δηλ. χαρακτηριστικά απ’ όλα τα υποδείγματα, κι έχουν τις αδυναμίες και τα πλεονεκτήματά τους. Είναι ιστορικά συγκεκριμένα και διαρκώς μεταβαλλόμενα. Το ΚΚ είναι βεβαίως άμεσα συνδεδεμένο με την οικονομία. Η σχέση τους είναι μεν διαλεκτική, αλλά πάντα το ΚΚ στηρίζεται στις πολιτικές συνθήκες και τις κοινωνικές συμμαχίες. Ο Gusta Esping-Andersen έχει αναλύσει τρία υποδείγματα ή, όπως τα ονόμασε, «καθεστώτα» ΚΚ: α) το φιλελεύθερο ή της αγοράς (ΗΠΑ, Καναδάς, Αυστραλία, κτλ). β) το συντηρητικό ή «κορπορατιστικό» (Αυστρία, Γαλία, Γερμανία, Ιταλία, κτλ.) και γ) το σοσιαλδημοκρατικό (Σκανδιναβικές χώρες).

Ας τα εξετάσουμε σχηματικά:

Α) Το Φιλελεύθερο παρέχει συνήθως στους πολίτες «μέτριας αξίας» οικονομικά ωφελήματα. Δίνει έμφαση στα εισοδηματικά κριτήρια και αφορά κυρίως στις χαμηλές εισοδηματικές τάξεις και τα εξαρτώμενα από το κράτος άτομα. Προκρίνει την εμπορευματοποιημένη εργασία (αγορά) μάλλον παρά το πολιτικό δικαίωμα στο ΚΚ. Διέπεται από αυστηρούς κανόνες εφαρμογής και στιγματίζει τους «χρήστες», όπως είναι, π.χ., οι μακροχρόνια άνεργοι, οι γυναίκες, οι ανύπανδρες μητέρες, οι πρόσφατοι μετανάστες, κι οι περιθωριοποιημένοι. Χαρακτηρίζεται δε από μεγάλη γραφειοκρατία, χρησιμοποιώντας αμέτρητες νομικίστικες διατάξεις που εξαιρούν από τις παροχές μεγάλα τμήματα δικαιούχων. Το ΚΚ της Ελλάδας σήμερα ανήκει πλέον σ’ αυτό το καθεστώς.

Β) Το συντηρητικό/«κορπορατιστικό» λέγεται και υπόδειγμα Bismarck, για να μην ξεχνάμε πως τα πρώτα ΚΚ που εμφανίστηκαν, δεν τα εφάρμοσαν κάποιοι επαναστάτες σοσιαλιστές αλλά οι συντηρητικοί πολιτικοί, υπό το βάρος κοινωνικών πιέσεων για περισσότερη δημοκρατία και δικαιοσύνη. Οι παροχές του βασίζονται κυρίως στην αναλογική οικονομική συμμετοχή των δικαιούχων. Είναι ένα κατ’ εξοχήν ανταποδοτικό σύστημα, στην διαμόρφωση του οποίου έχει διαδραματίσει ιστορικό ρόλο η Εκκλησία. Ως εκ τούτου, δίνει έμφαση στην διατήρηση του θεσμού της παραδοσιακής οικογένειας. Συνήθως εξαιρεί μεγάλα τμήματα δικαιούχων (π.χ., τις μη-εργαζόμενες μητέρες) ενώ προωθεί και στηρίζει την μητρότητα. Παρεμβαίνει δε υπέρ των αδυνάτων μόνον όταν κρίνει πως η «πυρηνική οικογένεια» δεν μπορεί να στηρίξει πια τα μέλη της.

Γ) Το σοσιαλδημοκρατικό θεωρείται ως το πιο γενναιόδωρο, αφού παρέχει στους πολίτες «υψηλής αξίας» παροχές κι υπηρεσίες. Είναι ένα οικουμενικό σύστημα κοινωνικής ασφάλισης. Δεν εξαιρεί άτομα ή ομάδες γιατί θεωρεί την πρόσβαση στο ΚΚ πολιτικό δικαίωμα όλων. Είναι αναδιανεμητικό και κλιμακωτό ως προς τις εισφορές των πολιτών. Παίρνει πιο πολλά από τους έχοντες, μέσω ενός κοινωνικά δίκαιου φορολογικού συστήματος, και διανέμει περισσότερα στους αδύνατους. Στοχεύει στην αποτροπή της συμμετοχής της αγοράς στην παροχή υπηρεσιών κοινωνικής ασφάλισης και εμποδίζει, όσο γίνεται, την εμπορευματοποίηση των κοινωνικών αγαθών (π.χ., υγεία, παιδεία, συντάξεις, κτλ.). Δεν προωθεί την εξάρτηση ατόμων από το ΚΚ βάσει της παραδοσιακής οικογένειας, αλλά την μεγιστοποίηση των δυνατοτήτων όλων των πολιτών, ανεξάρτητα από την οικογενειακή τους κατάσταση.

Το ΚΚ τονώνει ζωτικά την ενεργό ζήτηση και συμβάλλει στην συνοχή του κοινωνικού ιστού. Είναι αναντικατάστατος παράγοντας της οικονομικής μεγέθυνσης, της ανάπτυξης και της κοινωνικής ειρήνης στον σύγχρονο καπιταλισμό. Ιστορικά, έχει στηρίξει τον άγριο καπιταλισμό, όπως τον χαρακτηρίσατε προηγουμένως και τού είναι άκρως απαραίτητο, ιδιαίτερα μάλιστα σε περιόδους κρίσης. Είναι πυλώνας στήριξής του. Αποτελεί sine qua non για τις επενδύσεις, ιδιαίτερα για τις μεγάλες ξένες άμεσες από πολυεθνικούς κολοσσούς, γιατί, ελλείψει ΚΚ, θα πρέπει αυτοί να παρέχουν ωφελήματα στους εργαζόμενούς τους με δικό τους κι όχι με κοινωνικοποιημένο κόστος.

Το ΚΚ είναι το αποτέλεσμα σύνθετων οικονομικών, πολιτικών και κοινωνικών διεργασιών που έχουν αναφορές στην ιστορική εξέλιξη κάθε χώρας. Η ανάπτυξή του δεν είναι ούτε γραμική, ούτε νομοτελειακή. Είναι ευμετάβλητο, ως απόρροια ιστορικά συκγεκριμένων κοινωνικών συμμαχιών και αγώνων. Άρα, είναι πολιτικά και οικονομικά «εξαρτημένο», κι όχι κοινωνικό κεκτημένο, όπως διαπιστώνουμε πλέον στην Ελλάδα και σε άλλες χώρες-θύματα της κρίσης. Το ΚΚ εξακολουθεί να είναι αντικείμενο οικονομικής, πολιτικής, ιδεολογικής, και κοινωνικής αντιπαλότητας κι αγώνων μεταξύ των οικονομικών, κοινωνικών και των πολιτικών δυνάμεων που μάχονται για επικυριαρχία. Δεν «μεταφυτεύεται». Κατακτάται, αλλά μόνο με συνεχείς κι επίπονους πολιτικούς και κοινωνικούς αγώνες και συμμαχίες. Δεν είναι «δώρο» του καπιταλισμού.

-Μπορείτε να αναφερθείτε στο παράδειγμα του Καναδά; Τί μπορούμε να διδαχτούμε από την καναδική εμπειρία;

Κατ’ αρχάς να ξεκαθαρίσουμε πως ο Καναδάς δεν είναι είναι κάποιος σοσιαλιστικός παράδεισος. Είναι μια καθαρά καπιταλιστική, φιλελεύθερη δημοκρατία, όπου οι αστικοί θεσμοί και το κράτος λειτουργούν εύρυθμα. Το Καναδικό ΚΚ, παρόλο που ο Gusta Esping-Andersen τό’ χε κατατάξει στο υπόδειγμα της αγοράς, είναι τελικά ένα μεικτό σύστημα, όπου, ανάλογα την κυβέρνηση, μεταβάλονται η ποιότητα, το εύρος και το ύψος των παροχών. Επειδή όμως είναι απόρροια κοινωνικών αγώνων και κατακτήσεων, είναι βαθειά ριζωμένο στην συλλογική συνείδηση των Καναδών κι έτσι υπάρχουν πολιτικά όρια στις περικοπές που τυχόν θελήσει να επιβάλει η κυβέρνηση. Υπάρχουν απαραβίαστες «κόκκινες γραμμές», όπως το Σύστημα Υγείας (ΣΥ), με τις οποίες δεν έχουν τολμήσει να πειραματιστούν ούτε οι σκληρότερες εξ αυτών. Ας μην ξεχνάμε πως τα τελευταία δέκα χρόνια στη χώρα κυβερνά μια ακραιφνώς νεοφιλελεύθερη Ομοσπονδιακή Κυβέρνηση. Όμως, οι οικονομικές και κοινωνικές πολιτικές της φαντάζουν στην Ελλάδα ως «προχωρημένες» κι ουτοπικές.

Για παράδειγμα, ο μεγάλος ασθενής της Ελλάδας είναι το ΣΥ. Αντίθετα, στην Επαρχία του Οντάριο (ο Καναδάς είναι ομόσπονδο κράτος), το ΣΥ είναι παρόμοιο με το σοσιαλδημοκρατικό υπόδειγμα ΚΚ. Το ΣΥ χωρίζεται στην Ιατρική Περίθαλψη (ΙΠ) και την Φαρμακευτική (ΦΠ). Το σύστημα ΙΠ είναι οικουμενικό, δημόσιο, δωρεάν κι ενιαίο: ένα και το ίδιο για όλους αναξαρτήτως επαγγέλματος, κοινωνικής θέσης ή οικονομικής δυνατότητας. Διέπεται από τις αρχές της προσβασιμότητας και της οικουμενικής κάλυψη των περισσότερων βασικών ιατρικών υπηρεσιών. Δικαιούχοι είναι όλοι οι νόμιμοι κάτοικοι (καναδοί πολίτες, μόνιμοι κάτοικοι, ξένοι φοιτητές, ξένοι με άδεια εργασίας, κτλ.), αναξερτήτως οικονομικής κατάστασης ή θέσης στην αγορά εργασίας.

Ο θεσμός του Οικογενειακού Γιατρού (ΟιΓ)είναι ο ακρογωνιαίος λίθος της ΙΠ. Ο ΟιΓ «κατευθύνει» τους ασθενείς στους εξειδικευμένους όταν κρίνει πως απαιτούνται περαιτέρω εξετάσεις, κτλ. Ο επισκέψεις σε όλους τους γιατρούς κι όλες οι απαραίτητες εξετάσεις είναι δωρεάν για όλους. Οι αμοιβές των γιατρών καλύπτονται πλήρως και μόνον από το κράτος. Κανείς γιατρός δεν μπορεί να ασκήσει το λειτούργημά του στο Οντάριο αν δεν συμμετέχει στο δημόσιο ΣΥ. Ακόμα κι αν ιδιωτεύει αποκλειστικά, αμοίβεται μόνον από το κράτος κι όχι από τον ασθενή. Ο ασθενής δεν έχει καμιά οικονομική συναλλαγή με κανέναν γιατρό ποτέ. Η έννοια «φακελλάκι» δεν υφίσταται.

Δεν υπάρχουν ιδωτικά νοσοκομεία. Τα άρτια (μηχαν)οργανωνένα νοσοκομεία του ΣΥ προσφέρουν ιατρικές υπηρεσίες υψηλής ποιότητας, είναι όλα δημόσια και αυτόνομα. Διοικούνται από Επιτροπές Διαχείρησης των οποίων οι Πρόεδροι είναι επιστήμονες με ανώτατες σπουδές και μεγάλη εργασιακή εμπειρία στον τομέα της διαχείρησης οργανισμών υγείας, κι όχι κομματικοί εγκάθετοι. Τα έξοδα των διαγνωστικών εξετάσεων καλύπτονται από το κράτος. Η έννοια της «αποκλειστικής νοσοκόμας» δεν υπάρχει. Απαγορεύεται άλλωστε να εργάζεται σε νοσοκομείο άτομο που δεν είναι μέλος του νοσηλευτικού του προσωπικού. Φαντάζεστε λοιπόν τί σημαίνει η λειτουργία ενός τέτοιου συστήματος ΙΠ για την καθημερινότητα, την ψυχική γαλήνη και το εισόδημα του απλού πολίτη στο Οντάριο. Δυχτυχώς, οι Έλληνες προσεύχονται να μην αρρωστήσουν γιατί ξέρουν πολύ καλά τί τούς περιμένει, ειδικά αν είναι μη-έχοντες χρήμα ή μέσον.

Στην ΦΠ υπάρχει μια δόση του φιλελεύθερου υποδείγματος (είπαμε πως το ΚΚ του Καναδά είναι μεικτό). Το κόστος της ΦΠ καλύπτεται πλήρως από το κράτος μόνον για όσους δεν μπορούν ν’ ανταπεξέλθουν οικονομικά. Οι υπόλοιποι πληρώνουν τα έξοδα της ΦΠ ανάλογα με τις οικονομικές τους δυνατότητες ή τα ωφελήματα που έχουν από ιδιωτικές ασφάλειες όπου μπορούν ν’ ασφαλιστούν οι εργαζόμενοι, οι αυτοαπασχολούμενοι και οι επιχειρήσεις, που μπορούν έτσι να προσφέρουν στους υπαλλήλους τους ΦΠ με ελάχιστο κόστος.

Σημειωτέον πως το 1982, ο Παρασκευάς Αυγερινός επισκέφτηκε τον Καναδά και προσπάθησε ν’ αντιγράψει το ΣΥ του Οντάριο. Ανεπιτυχώς όμως. Το ΕΣΥ του Γ. Γεννηματά είχε μόνον τ’ όνομα. Σήμερα, γινόμαστε μάρτυρες μιας ανελέητης και αήθους επίθεσης στο δημόσιο χαρακτήρα της υγείας, σ’ ό,τι απέμεινε δηλ. μετά τα Μνημόνια. Τίνος τα συμφέροντα εξυπηρετούνται όταν όλο και περισσότερες υπηρεσίες υγείας «κατευθύνονται» μεθοδευμένα στον ιδιωτικό τομέα, χρησιμοποιώντας τη φενάκη του «εξορθολογισμού»; Είναι άραγε ο Άδωνις κι ο Βορίδης, αποτελεσματικότεροι, αποδοτικότεροι ή ηθικότεροι διαχειριστές του ΣΥ από τους αντίστοιχους Καναδούς; Υπάρχει έλληνας που το πιστεύει αυτό, εκτός πιθανώς από τους ίδιους; Ή μήπως δεν είναι οι Καναδοί «καπιταλιστές» τελικά;

-Και μια τελευταία ερώτηση. Βλέπετε φως στον ορίζοντα για την ελληνική οικονομία;

Εύκολες λύσεις δεν υπάρχουν. Είναι τόσο μεγάλο το βάθος και το εύρος της οικονομικής κρίσης αλλά και τόσο παταγώδης η αποτυχία της διαχείρησής της, που φτωχοποιούν ένα μεγάλο μέρος της άλλοτε ακμάζουσας παραδοσιακής μεσαίας τάξης, σπρώχνουν στην ανεργία και την οικονομική εξαθλείωση τους εργαζόμενους, και τους νέους επιστήμονες στην μετανάστευση. Ένα είναι βέβαιο: η ασκούμενη οικονομική πολιτική δεν αποδίδει. Δεν μάς βοηθά να ξεπεράσουμε την κρίση. Αντιθέτως, μάς οδηγεί μαθηματικά σε νέο δανεισμό. Είναι φανερό και στους αδαείς πως η αποπληθωρισμένη πλέον οικονομία μας χρειάζεται άμεσα τόνωση της ενεργούς ζήτησης με γενναίες και ρεαλιστικές μεταρρυθμίσεις, κι όχι τις αναχρονιστικές αναποτελεσματικές και «δήθεν» επιχειρούνται.

Ενεργός ζήτηση είναι το άθροισμα της ιδιωτικής κατανάλωσης με τις ιδιωτικές επενδύσεις, τις κρατικές δαπάνες (μισθοί, συντάξεις, δημόσιες επενδύσεις, κτλ.) και το ισοζύγιο εξωτερικών πληρωμών. Όσο μεγαλύτερο είναι αυτό το άθροισμα, τόσο μεγαλύτερη είναι η ενεγός ζήτηση και τόσο πιο γρήγορα θα βγούμε από την δίνη της κρίσης. Οι ενδεδειγμένες λύσεις είναι λοιπόν συγκεκριμένες. Δεν μπορείς να αυξάνεις την φορολογία εν μέσω κρίσης και να περιμένεις ν’ αυξηθεί η κατανάλωση. Δεν γίνεται να μην ελέγχεις και να μην τιμωρείς την μεγάλη εισφοροδιαφυγή και την φοροδιαφυγή και ταυτόχρονα να αφαιρείς όλο και περισσότερο από το διαθέσιμο εισόδημα των καταναλωτών. Ούτε να διατυμπανίζεις πως σ’ ενδιαφέρουν οι μεγάλες ξένες, άμεσες επενδύσεις απαξιώνοντας και ξεπουλώντας ό,τι παραγωγικό έχει απομείνει στο δημόσιο, εκτρέφοντας ταυτόχρονα το τέρας της γραφειοκρατίας, τους κρατικοδίαιτους έλληνες «επιχειρηματίες», το κομματικό κράτος, την αναξιοκρατία, την ατιμωρησία, κτλ. Δεν μπορείς να δημιουργείς πρωτογενή πλεονάσματα στην πλάτη των καθημαγμένων «εφευρίσκοντας» εντελώς ανυπόστατες ιστορίες επιτυχίας χωρίς να κάνεις έστω μια σοβαρή δημόσια επένδυση. Όσο μειώνεις τους μισθούς και τις συντάξεις τόσο ελαττώνεις την ενεργό ζήτηση. Και στο δημόσιο, ας δεχτούμε την άμεση ανάγκη μείωσης των ελλειμμάτων. Στον ιδιωτικό τομέα ποιούς άραγε εξυπηρέτησε η μείωση μισθών κι η πλήρης αποδόμηση των εργασιακών σχέσεων; Και πόσο είναι τελικά το όφελος για την οικονομία; Από το 2010, οι κυβερνώντες επέλεξαν, καθ’ υπόδειξην των δανειστών, την εσωτερική υποτίμηση σαν το μοναδικό εργαλείο αντιμετώπισης της κρίσης. Κι ενώ το μισθολογικό κόστος έχει μειωθεί 30% από τότε, οι εξαγωγές απέχουν παρασάγγας από το να ξεπεράσουν τις εισαγωγές, ώστε η χώρα να έχει θετικό ισοζύγιο εξωτερικών πληρωμών. Ούτε φαίνεται να σχηματίζουν ουρές οι επενδυτές απ’ έξω από το Υπουργείο Ανάπτυξης. Γιατί; Διότι οι μισθοί δεν είναι πλέον ο μοναδικός ή ο πιο σημαντικός παράγοντας κερδοφορίας. Η χώρα λοιπόν χρειάζεται άμεσα ένα καινούριο παραγωγικό υπόδειγμα κι άλλη πολιτική ανάπτυξης (development), κι όχι απλώς μεγέθυνσης της οικονομίας (growth).

Όμως, από τη στιγμή που η Ελλάδα ανήκει στην Ευρωζώνη και το μέλλον της είναι συνυφασμένο με το Ευρωπαϊκό, οι λύσεις θα πρέπει να εξεβρεθούν μαζί με τους εταίρους. Να είναι κοινές. Μόνοι μας, αφού δεν μπορούμε πλέον ν’ ασκήσουμε νομισματική πολιτική, θα αποτύχουμε. Πρέπει λοιπόν, με πολιτικές και ευρύτερες κοινωνικές συμμαχίες εντός της ΕΕ να πιέσουμε για άμεση αλλαγή πορείας προς μια κεϋνσιανή κατεύθυνση. Η γερμανική εμμονή για χαμηλό πληθωρισμό είναι μεν ιστορικά κατανοητή, αλλά αυτή τη στιγμή αποτελεί τροχοπέδη για την ανάπτυξη, όχι μόνον στην Ελλάδα, αλλά στην ΕΕ γενικότερα. Χρειαζόμαστε τώρα πολιτικές ποσοτικής χαλάρωσης, φτηνότερο Ευρώ κι έναν ενεργότερο ρόλο της ΕΚΤ, κάτι που έστω και δειλά, αρχίζει να διαφαίνεται. Χρειαζόμαστε την Ευρωπαϊκή αλληλεγγύη στο ζήτημα του χρέους, με γενναίο κούρεμα κι επιμήκυνση. Αλλιώς το χρέος μας δεν είναι βιώσιμο. Χρειαζόμαστε άμεσα ρευστότητα για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, κι έχουμε ανάγκη την μεταφορά πλεονασμάτων από το Βορά για επενδύσεις στον Νότο, ώστε να αυξήσουμε τις θέσεις εργασίας στους τομείς μεγάλης προστιθέμενης αξίας (υποδομές, τεχνολογία, τηλεπικοινωνίες, ενέργεια, βιολογία, παιδεία, υγεία, κτλ,) ώστε να περιορίσουμε την ανεργία που μαστίζει τη χώρα και να διευρύνουμε την συνεχώς συρρικνούμενη φορολογική βάση.

Ας πάρουμε μια μικρή δόση από την καναδική εμπειρία, που αναγνωρίζεται διεθνώς ως άκρως επιτυχημένη. Τελευταία μάλιστα, μερικοί απολογητές της ζοφερής Ελληνικής πραγματικότητας των Μνημονίων, αναφέρονται συχνά στον Καναδά ως χώρα-υπόδειγμα αντιμετώπισης των επιπτώσεων της κρίσης. Για παράδειγμα, για να δείτε και τον ρόλο των ΜΜΕ, διάβασα ένα άρθρο του κ. Νίκου Κωνσταντάρα, με τίτλο «Ο Καναδάς, η Ελλάδα και η δημοσιονομική προσαρμογή» (Καθημερινή*, 27/06/2014), που αναφέρεται στις επιτυχημένες προσπάθειες της Ομοσπονδιακής Κυβέρνησης για την μείωση του Καναδικού ελλείμματος από το 1992 έως σήμερα. Όντας θιασώτης των νεοφιλελεύθερων πολιτικών της, προσπαθεί να μας πείσει πως οι περιοριστικές πολιτικές είναι πανάκεια, άρα και καλές και κατάλληλες για την Ελλάδα. Όμως, από τα στοιχεία που παραθέτει, όλως περιέργως, «απουσιάζουν» τα χρόνια της πρόσφατης κρίσης, 2008-2011. Τί έκανε λοιπόν η άκρως νεοφιλελεύθερη κυβέρνηση μειοψηφίας του κ. Stephen Harper, τότε στην κρίση, και τί πράττει και σήμερα, όντας κυβέρνηση πλειοψηφίας; Το ακριβώς αντίθετο απ΄ό,τι μάς επέβαλαν στην Ελλάδα. Τόνωσε την ενεργό ζήτηση. Δεν άσκησε περιοριστική πολιτική. Τί πρέπει να διδαχτούμε εμείς; Παραθέτω τρία μόνον «διδάγματα», προερχόμενα από νεοφιλελεύθερους μεν, πραγματιστές δε, Καναδούς πολιτικούς. Όχι ριζοσπαστικούς επαναστάτες.

Α) Σε περιόδους οικονομικής κρίσης, οι περιοριστικές πολιτικές τήν βαθαίνουν αντί να τήν αμβλύνουν. Στον Καναδά, ακόμα κι οι ακραιφνέστεροι οπαδοί του νεοφιλελευθερισμού εφάρμοσαν κεϋνσιανές οικονομικές πολιτικές για να ενισχύσουν την ενεργό ζήτηση και να περιορίσουν τις κοινωνικές επιπτώσεις της κρίσης. «Έτρεξαν» -συνειδητά- ελλείμματα 5,8 δις καναδικά δολάρια το 2008-09, 53,8 δις το 2009-10, 49,2 δις το 2010-11, 27,6 δις το 2011-12, 17,5 δις το 2012-13, και 8,5 το 2013-14, 1,8 δις το 2014-2015, με πρόβλεψη πλεονάσματος το 2015-2016. Αυτή η οικονομική πολιτική ήταν αξιόπιστη και ξεκάθαρη: τόνωση της οικονομίας τώρα, εν μέσω κρίσης, και περιοριστική πολιτική αργότερα, και μόνον αν υπάρξει πληθωριστική πίεση. Σήμερα η κρίση έχει ξεπεραστεί. Η ανεργία είναι στο 7%, ο πληθωρισμός στο 2% και το επιτόκιο της Καναδικής Κεντρικής (Δημόσιας) Τράπεζας παραμένει στο 1%.

Πού πήγαν όμως τα «λεφτά» στον Καναδά; Ως επί το πλείστον σε προγράμματα υποδομών με μεγάλες δημόσιες επενδύσεις (λιμάνια, αεροδρόμια, οδοποιία, τηλεπικοινωνίες, κτλ). Η Κυβέρνηση εφάρμοσε επιτυχώς ένα διετές «Πρόγραμμα Οικονομικής Δράσης», επενδύοντας στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, την απασχόληση , την υγεία, την παιδεία, τις δεξιότητες των εργαζομένων, την δία βίου μάθηση, τις μαθητείες, την αποδοτικότερη σύνδεση της αγοράς εργασίας με τους ανέργους, την στήριξη των ανειδίκευτων εργατών, την ανάπτυξη των ανθρώπινων και των φυσικών πόρων, το διεθνές εμπόριο, την καινοτομία, και το περιβάλλον. Τί απ’ όλα αυτά κάναμε εμείς τα τελευταία δέκα χρόνια;

Β) Η μείωση της φορολογίας ανακουφίζει τα κοινωνικά στρώματα που πλήττονται περισσότερο σε περιόδους κρίσης. Οι έμμεσοι φόροι και οι φόροι κατανάλωσης περιορίζουν δυσανάλογα το διαθέσιμο εισόδημα των καταναλωτών αγαθών και υπηρεσιών, κυρίως δηλ. της μεσαίας και των εργαζομένων, και πλήττουν την ενεργό ζήτηση. Στον Καναδά, όλοι οι φόροι μειώθηκαν. Επιχειρήσεις με μικρό κύκλο εργασιών (π.χ., κάτω από $30,000) δεν υποχρεώνονται να συλλέγουν ΦΠΑ, άρα ούτε να τόν αποδίδουν. Ο Ομοσπονδιακός ΦΠΑ είναι μόνον 5%. Ο μεγαλύτερος συνολικός φόρος κατανάλωσης (Ομοσπονδιακός συν Επαρχιακός ΦΠΑ) ανέρχεται στο 15% στη Νέα Σκωτία. Στην Ελλάδα φτάνει μέχρι και 23%. Να σημειώσω πως το 75% των θέσεων εργασίας στον Καναδά δημιουργούνται από τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Να μιαν ομοιότητα με την Ελλάδα. Εννέα στις δέκα ελληνικές επιχειρήσεις απασχολούν κάτω από δέκα εργαζόμενους. Όμως, ενώ στην Ελλάδα πλήττονται καθημερινά, ο Καναδάς στηρίζει την επιχειρηματικότητα και τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις με πρόσβαση στη ρευστότητα, τους ειδικευμένους εργάτες και την κοινωνική ασφάλιση. Πόσες θέσεις εργασίες θα δημιουργούνταν στην Ελλάδα από τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις αν ο ΦΠΑ μειωνόταν στο 15%; Ακούγεται πως το σκέφτεται η κυβέρνηση. Είδομεν.

Γ) Σε περιόδους οικονομικής κρίσης, κύριο μέλημα του κράτους πρέπει να είναι η στήριξη των θυμάτων της κρίσης: των ανέργων, των αέργων, των μονογονεϊκών οικογενειών, των ανειδίκευτων εργατών, των νέων, των συνταξιούχων, των ανθρώπων με ειδικές ανάγκες, κτλ. Ο Καναδάς έχει δημιουργήσει, όπως υποστήριξα στο 12ο Διεθνές Συνέδριο Πολιτικής του Αθηναϊκού Ινστιτούτου Εκπαίδευσης και Έρευνας (atiner.gr), 16-19 Ιουνίου, ένα μεικτό σύστημα κοινωνικού κράτους που συνδυάζει τις αρχές της ισότητας και της δικαιοσύνης και στηρίζεται στην οικουμενικότητα και την ανταποδοτικότητα. Παρέχει επίσης υψηλής αξίας κοινωνικές παροχές στα θύματα της κρίσης γιατί αναγνωρίζει πως, πέρα από τον όποιο αλτρουϊσμό, το ΚΚ είναι άρρηκτα συνεδεμένο με την μεγέθυνση της οικονομίας και βασικός πυλώνας της κοινωνικής συνοχής κι ανάπτυξης.

Τέτοιες πολιτικές είναι λοιπόν και ρεαλιστικές κι εφαρμόσιμες. Δεν είναι ούτε ουτοπικές, ούτε επαναστατικές. Αν θέλουμε να δούμε μιαν διαφορετική Ελλάδα, ας εφαρμόσουμε, έστω μερικώς, προσαρμοσμένες στα δεδομένα μας, τις οικονομικές και κοινωνικές πολιτικές του Καναδά. Τώρα, εν μέσω κρίσης, ο λαός μας τις έχει ανάγκη όσο ποτέ. Η Ελληνική Κυβέρνηση μπορεί να διδαχτεί πολλά και να πράξει τα δέοντα άμεσα. Η Αξιωματική Αντιπολίτευση, ante portas, μπορεί να διαμορφώσει δειλά-δειλά μιαν αξιόπιστη εναλλακτική πρόταση οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής για ένα καλύτερο κι ελπιδοφόρο μέλλον. Ποιός θα (πρωτο)τολμήσει;

Βιογραφικό:
Ο Νίκος Λιοδάκης γεννήθηκε στη Νίθαυρη, ένα ορεινό χωριό της Επαρχίας Αμαρίου, του Νομού Ρεθύμνης. Τέλειωσε το Α’ Λύκειο Αρρένων στο Ρέθυμνο και κατόπιν σπούδασε στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης του Πανεπιστημίου York, στο Τορόντο, στην Επαρχία του Οντάριο, απ’ όπου κι αποφοίτησε με τ’ Επαίνου. Με Υποτροφίες της Επαρχιακής Κυβέρνησης του Οντάριο συνέχισε τις μεταπτυχιακές του σπουδές στο Πανεπιστήμιο McMaster, στο Χάμιλτον, απ’ όπου απέκτησε Πτυχίο Μάστερς Πολιτικής Επιστήμης, Μάστερς Κοινωνιολογίας, και κατόπιν Διδακτορικό Δίπλωμα, με ειδίκευση στην ποσοτική ανάλυση των κοινωνικών ανισοτήτων.

Έχει διατελέσει Λέκτορας Κοινωνιολογίας των Πανεπιστημίων του McMaster και του Ryerson και Επίκουρος Καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Queen’s στο Κίγκστον του Οντάριο. Από το 2004 διδάσκει στο Πανεπιστήμιο Wilfrid Laurier, στο Γουώτερλου, όπου έχει διατελέσει Διευθυντής του Μεταπτυχιακού Προγράμματος Κοινωνιολογίας, και σήμερα κατέχει την θέση του Αναπληρωτή Καθηγητή. Είναι Μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου του Καναδικού Ινστιτούτου Laurier για την Μελέτη της Κοινής Γνώμης και της Πολιτικής, Ακαδημαϊκό Μέλος του Αθηναϊκού Ινστιτούτου Εκπαίδευσης και Έρευνας, και Μέλος της Συντακτικής Επιτροπής της Αθηναϊκής Επιθεώρησης της Κοινωνικής Επιστήμης.

Οι έρευνές του έχουν παρουσιαστεί σε αμέτρητα Διεθνή Συνέδρια και έχει δημοσιεύσει δεκάδες επιστημονικά άρθρα και εργασίες. Το τελευταίο του βιβλίο, «Φυλή και Εθνότητα στον Καναδά: Μια Κριτική Προσέγγιση», έχει εκδοθεί από το Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης (Oxford University Press. 3 εκδόσεις: 2007, 2010 και 2013. Τώρα ετοιμάζει και την 4η έκδοση).

Δραστηριοποιείται ως εθελοντής σε Ελληνοκαναδικούς Οργανισμούς από τότε που πήγε στον Καναδά. Αρχικά στον Σύλλογο Φοιτητών του Πανεπιστημίου York, κατόπιν στην Ένωση Κρητών Τορόντο «Η ΚΝΩΣΟΣ», την Ελληνική Κοινότητα Τορόντο, την Ελληνοκαναδική Ομοσπονδία του Οντάριο και το Ελληνοκαναδικό Κογκρέσσο.

Διέτελεσε Διευθυντής της Ελληνικής Κοινότητας Τορόντο, με σπουδαία συνεισφορά στο Τμήμα Παιδείας, την αναδιοργάνωση και τον εξορθολογισμό του οργανισμού και την οργάνωση 6 παραστάσεων τραγωδίας του Ελληνικού Εθνικού Θεάτρου που παρακολούθησαν σχεδόν 10 χιλιάδες Καναδοί. Επίσης, διοργάνωσε το κινηματογραφικό φεστιβάλ «Πάντα την Κυριακή», με προβολές σύγχρονων ελληνικών ταινιών με αγγλικούς υπότιτλους στο Τορόντο, σε συνεργασία με το Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου.

No comments:

Post a Comment